Τσαττιστά – Τα Κυπριακά δίστιχα με ρίζες στο Βυζάντιο


Tsiattista – Poetic Duelling

Τα Κυπριακά ερωτικά δίστιχα, δημιούργημα του λαού δια μέσου των αιώνων στον κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Unesco, από το 2011 με τον τίτλο «Tsiattista – Poetic Duelling / Τσιαττιστά, Ποιητική Μονομαχία » θέλοντας να τονίσει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμά τους που αφορά την ευγενή άμιλλα που αναπτύσσεται μεταξύ των διαγωνιζόμενων ποιητών.

Ελα να πάμε μανα μου τζει στα βουνα τ΄Άκαμα, που δύει ο ηλιος γλίορα να ππέσουμε αντάμα.

Ενας ξεχωριστός τρόπος εκφρασης των ατελείωτων ψυχικών διακυμάνσεων του απλού κοσμου σε στιγμές χαράς, ερωτα, ή πόνου. Στην Ιταλία και στην Ελλάδα τα Ερωτικά δίστιχα ή αλλιως Ρίμες αγάπης ακόμα και οι Μαντινάδες ειναι τα λυρικά ερωτικά στιχάκια.

Σαράντα μέρες άννοια λάκκον μές τήν αυλήν της,
νά ‘βρω τ’ αθάνατον νερόν να λούννει το κορμίν της.

Χαρακτηριστικά

Τα δίστιχα συνήθως αυτά γράφονται – λέγονται σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο στίχο με αυτοτελές και ολοκληρωμένο νόημα. Από ερωτικά, μέχρι και μυλλωμένα – πονηρά, η θεματολογία ποικίλει,, λογοπαίγνια και αναφορές σε βασιλιάδες, άνθη, δράκους, αγίους και τοπωνυμια μας δίνουν τον κυπριακό παλμό.

Τα σσειλη της τα κότζινα θέλω να τα φιλήσω, μα ετσι όπως στάσουσιν κρασί φοούμε μεν μεθύσω!

Μεσα απο τα τσαττιστά, η κυπριακή γλώσσα και το περιεχόμενο της ενεπνευσε πάμπολλους ανώνυμους δημιουργούς που αυτοσχεδιάσαν πάνω στη σταθερή τους φόρμα, αλλά και επώνυμους λογοτέχνες και ποιητές όπως ο Κωστας Μόντης, και ο Μιχάλης Πασιαρδής.

Αγαπες εκαμα πολλες, εχω τζιαι μια στην Κριτου,
εχω τζια μια στο Νιο Χωρκον, τζια τρεις στην Αντρολυκου .

Γιατί Τσατιστά;


Τα τσιατιστά προέρχονται από τη κυπριακή λέξη τσιαττώ που σημαίνει ταιριάζω, στην προκειμένη το ταίριασμα των στίχων. Τα τσιατιστά πηγάζουν από τη παραδοσιακή λαική ποίηση και απαγγέλονται συνήθως στα πανηγυρια, και γλέντια από τους καλοφωνάρηδες της παρέας και την επανάληψη του τελευταιου στίχου από τους παρευρισκομένους.

Εφύασιν οι σήκωσε πάσιν τζ΄οι τυρινάες, τζ΄ εμείνασιν οι κορασιές με δίχως τους αντράες…

Τα Τσιαττιστά αποτελούν ένα από τα πιο ζωντανά κομμάτια της Κυπριακής λαϊκής ποιητικής. Πρόκειται για αυτοσχέδια ποιητικά δημιουργήματα στιγμιαίας έμπνευσης, ως επί το πλείστον διαγωνιστικού χαρακτήρα. Οξυδέρκεια, φαντασία, κι ετοιμότητα, ειναι οι δεξιότητες του ποιητάρη. Πολύ γνωστοί είναι οι διαγωνισμοί τσιατιστών ειδικά στα πανηγύρια του κατακλυσμού που γνωστοί ποιητάρηδες διαγωνίζονταν προσπαθώντας να ταιρίαξουν τους επόμενους στίχους τους σε αυτούς που απάγγελλε ο προηγούμενος διαγωνιζόμενος. Νκητής είναι αυτός που θα τσιάτιζε μεχρι τέλους.

Είπουν της δως μου ’να φιλίν τζ’ είπεν μου πκιάε δέκα
τζ’ είπουν τζ’ εγιώ ’πού μέσα μου «ηντα καλή γεναίκα»!

Ρίζες στο Βυζάντιο

Η τέχνη των τσατιστών κληροδοτήθηκαν σε μας απο την εποχή του Μεσαίωνα. Η καταγωγή τους ανάγεται στους βυζαντινούς αιώνες, αυτό που οι Βυζαντινοί ονομαζαν “ερωτικά εκατόλογα”. Τα «καταλόγια» των βυζαντινών ιπποτικών μυθιστορημάτων του μεσαίωνα τα οποια εμφανιζονται και στην συλλογή στίχων «Περί έρωτος και αγάπης» του 15ου αιώνα.  Η λαϊκή ποίηση στη Κύπρο, περνώντας από διάφορα στάδια και διακυμάνσεις, έχει πλέον τα Τσιαττιστά ως αναπόσπαστο τμήμα της παράδοσης αφού, διατήρησαν πολλά στοιχεία από την αρχική τους μορφή. 

Εφίλου την τζαι λαλεν μου,
δάκκα με να πονησω,
να τζιζω πανω να πονω
να μεν σε λησμονισω.