“Τον ήλιον με φύσημα μπορείς να τον ισβήσεις;”

9η Ιουλίου 1821

Το ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη (1849-1917) «Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου», που χρονολογείται το 1894 περιγράφει την αρχή της μεγάλης σφαγής των Ελλήνων της Κύπρου, τον έχρισε ως τον ποιητή της Ρωμιοσύνης.

Την ποίηση δεν την σπούδασε ο Μιχαηλίδης. Μίμος των συγχρόνων του ποιητών, δεν θέλει να μείνει κατώτερος τους. Με το δυνατό του ένστικτο και τη λεπτή αίσθηση της τέχνης γράφει στην Κυπριακή διάλεκτο. Αυτοδίδακτος καθώς είναι, γράφει μέσα από την ψυχή του.

“Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου…”

Μετά την αρχή της Ελληνικής Επανάστασης στις 25 Μαρτίου 1821, οι Τούρκοι έλαβαν προληπτικά μέτρα στις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορία, όπου κατοικούσαν ελληνικοί πληθυσμοί και δεν είχαν επαναστατήσει. Από τον Ιούνιο έως τον Δεκέμβριο εκδηλώθηκαν διωγμοί σε περιοχές της Μικράς Ασίας (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Κυδωνίες και Έφεσος) και της Κύπρου, που αποσκοπούσαν στην τρομοκράτηση των ραγιάδων και την εξόντωση των ηγετών τους.

Η “9η Ιουλίου” αναφέρεται στον απαγχονισμό του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των άλλων επισκόπων της Κύπρου από τους Τούρκους στις 9 Ιουλίου 1821. Η υπόθεση διαδραματίζεται την περίοδο της Ελληνικής επανάστασης του 1821. Στην Κύπρο, κυκλοφόρησαν μυστικά κάποια επαναστατικά φυλλάδια από την Ελλάδα. Τα φυλλάδια έπεσαν στα χέρια των Τούρκων οι οποίοι φοβούμενοι ξεσηκωμό αποφάσισαν να εξολοθρεύσουν την εκκλησιαστική ιεραρχία καθώς και τους πιο εξέχοντες προκρίτους του νησιού.

Η σφαγή και το μαρτύριο μέσα από τους στίχους:

” … τ’ αρκοντολόϊν τους Ρωμιούς, τους μιάλους τουν’ του τόπου

να τους συνάξω μονομιάς και να τους ισκοτώσω.

έχω στο νου μου, πίσκοπε, να σφάξω, να κρεμμάσωκι’

αν ημπορώ που τους Ρωμιούς την Κύπρο να παστρέψω”.

Η πλοκή, τα νοήματα και η αριστοτεχνική χρήση της κυπριακής κάνουν το ποίημα να ξεχωρίζει σε βαθμό που να έχει αγαπηθεί από τον Κυπριακό λαό όσο κανένα άλλο. Στη Κύπρο εκείνη την εποχή κατοικούσαν 80.000 Έλληνες και 20.000 Τούρκοι.

Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ γνώριζε ότι οι Έλληνες της Κύπρου δεν είχαν την πρόθεση να εξεγερθούν παρά την αριθμητική τους υπεροχή. Για πολλά χρόνια είχαν επιδείξει νομιμοφροσύνη. Η Φιλική Εταιρεία είχε εξαιρέσει την Κύπρο από την Επανάσταση, επειδή βρισκόταν μακριά από τις εστίες των πολεμικών επιχειρήσεων και το ελληνικό ναυτικό δεν μπορούσε να υποστηρίξει τον ξεσηκωμό του νησιού.

“Θεέ, που νάκραν δεν έχεις ποττέ στην καλωσύνην, λυπήθου μας και δώσε πκιον χαράν στην Ρωμιοσύνην.”

Η συνεισφορά της Κύπρου συνίστατο σε χρήμα και έμψυχο δυναμικό, όπως μαρτυρά επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον αρχιεπίσκοπο της Κύπρου Κυπριανό, στις 8 Οκτωβρίου 1820, που τον ευχαριστεί για τα χρήματα που συγκέντρωσε από εράνους των κατοίκων του νησιού. Για προληπτικούς λόγους, στις 3 Μαΐου 1821, αποβιβάστηκαν στην Κύπρο 4000 τούρκοι στρατιώτες από τη Συρία και την Παλαιστίνη.

“Τον Χάρον εν και βκάλλουν τον ποττέ πως έν’ φταισμένος· πάντα λαλούν το φταίσιμον πως το ’χει ο πεθαμμένος.”

Οι εκτελέσεις στη Λευκωσία

Μετά την ολοκλήρωση του αφοπλισμού των Ελλήνων, ο Κιουτσούκ Μεχμέτ συνέταξε ένα κατάλογο 486 επιφανών Κυπρίων με επικεφαλής των αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και διαμήνυσε στον σουλτάνο ότι σε τίποτα δεν ωφελεί ο αφοπλισμός ενόσω μένουν στη ζωή οι αναφερόμενοι στον κατάλογο, επειδή με τον πλούτο και τις διασυνδέσεις τους στην Ευρώπη μπορούν να προμηθευτούν όπλα και εφόδια και να προκαλέσουν εξέγερση στο νησί. Η Υψηλή Πύλη έδωσε τη συγκατάθεσή της στη σφαγή όλων των προσώπων του καταλόγου και τη δήμευση της περιουσίας τους, εκτός κι αν αποφάσιζαν να αλλαξοπιστήσουν.

« Τζι ετρέξασιν τα ‘δρώματα απού το πρόσωπόν του,

απού του ήλιου την πολλήν την καψερήν την αύραν

τζι εβάλαν την συρτοθηλειάν ευτύς εις τον λαιμόν του

τζιαι τζιει πκιον ετελειώσασιν τα κάστια που ταύραν.

Οι εκτελέσεις ξεκίνησαν στις 9 Ιουλίου, ημέρα Σάββατο, με την καρατόμηση των μητροπολιτών Πάφου, Κιτίου, Κυρηνείας, και τον απαγχονισμό του Aρχιεπισκόπου Κυπριανού.

«Δώσ’ μας τους δεσποτάδες τζιαι τον Δημήτρην για θαφκιόν, να μεν μείνουν τζι εν κρίμαν.»… τζι είπεν με κάμποσους θυμούς τζιαι κάμποσες φοβέρες: «Φύετε τζι εν σας δκιω τωρά κανέναν για το μνήμαν, θέλω να μείνουν τζιει χαμαί άθαφτοι τρεις ημέρες!»

Οι πρόκριτοι κλήθηκαν στη Λευκωσία δήθεν για διαβουλεύσεις και τέθηκαν υπό κράτηση, ενώ οι περισσότεροι συνελήφθησαν στους τόπους διαμονής τους, στις 12 Ιουνίου 1821, κατά τη διάρκεια της κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας. Ο αριθμός των εκτελεσθέντων ανήλθε στους 470. Ορισμένοι, από όσους αναγράφονταν στο σουλτανικό φιρμάνι, κατόρθωσαν να διαφύγουν στο εξωτερικό· ανάμεσά τους ο Ιωάννης Σαρίπολος ο οποίος κατέφυγε στην Τεργέστη με τον τετράχρονο τότε γιο του Νικόλαο.

Οι εξελίξεις επιτάχυναν την εμφάνιση ελληνικών πλοίων δυτικά της Κερύνειας, με επικεφαλής, τον Κωνσταντίνο Κανάρη.